Ανίσχυρες οι διατάξεις του Ν. 4092/2012 περί ανωτάτου ορίου ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το Επικουρικό Κεφάλαιο

Ανίσχυρες οι διατάξεις του Ν. 4092/2012 περί ανωτάτου ορίου ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο

Ανίσχυρες οι διατάξεις του Ν. 4092/2012 περί ανωτάτου ορίου ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το Επικουρικό Κεφάλαιο

Επικουρικό Κεφάλαιο. Ανώτατο όριο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ανίσχυρες οι διατάξεις του Ν. 4092/2012 με τις οποίες καθορίζεται το ποσό των 6.000 ευρώ ως ανώτατο όριο του ποσού της καταβαλλόμενης από το Επικουρικό Κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε κάθε δικαιούχο καθώς έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 1 παρ. 4 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ και την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 του Συντάγματος. Η δε εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης και επί ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι αντίθετη προς το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ.

Τόκος υπερημερίας. Οι διατάξεις με τις οποίες ορίζεται το ποσοστό τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε 6% ετησίως, έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ και με την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 του Συντάγματος.

Κείμενο απόφασης:
Απόφαση 4 / 2017 (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 4/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ TAKTIKH ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α’ Σύνθεσης: Βασιλική Θάνου – Χριστοφίλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Χρήστο Βρυνιώτη, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Μαρία Νικολακέα – Εισηγήτρια, Ιωάννη Φιοράκη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Μαρία Παπασωτηρίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της σύνθεσης).

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (κωλυομένης της Εισαγγελέως Ξένης Δημητρίου – Βασιλοπούλου) και της Γραμματέως Aγγελικής Ανυφαντή για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος – καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «… ΑΕ», της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη οριστικώς από την κατά νόμο Ανεξάρτητη Αρχή με την επωνυμία «Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης» (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αργυρώ Γρατσία – Πλατή, Βασίλειο Κούρτη και Γεώργιο Μανουσάκη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων – καλούντων: 1)Ε. χας Θ. Ν., το γένος Δ. Σ., 2)Σ. Ν. του Ε., 3)Σ. Ν. του Ε., 4)Μ. Ν. του Ε., όλων κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό και οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν επίσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κλάππα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Του προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντοςπαρεμβαίνοντος: Σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ», που εδρεύει στην… και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ρόκα, που κατέθεσε προτάσεις.

Των προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτωνπαρεμβαινόντων: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΑΤΡΩΝ», που εδρεύει στην… και εκπροσωπείται νόμιμα, για το οποίο παραστάθηκε ο πρόεδρός του δικηγόρος Νικόλαος Παπάκος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, 2)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – (ΔΣΘ)», που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, για το οποίο παραστάθηκε ο πρόεδρός του δικηγόρος Νικόλαος Βελεγράκης, ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Ιωάννη Κοτζαμανίδη, που κατάθεσε προτάσεις, 3) α)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, και β) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Δρόσο και Αλέξανδρο Λεοντόπουλο – Βαμβέτσο, που κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας και συνεκδικάστηκε με την από 4-6-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της «… ΑΑΕ», στη θέση της οποίας ήδη έχει υπεισέλθει το αναιρεσείον. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 345/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 7/1/2014 αίτησή του, καθώς και το σωματείο με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ» με την από 2-1-2015 πρόσθετη παρέμβασή του.

Οι ως άνω προσθέτως παρεμβαίνοντες Δικηγορικοί Σύλλογοι με τις από 12/12/2014, 10/12/2014 και 16/12/2014 πρόσθετες παρεμβάσεις τους αντίστοιχα ζήτησαν όσα αναφέρονται σε αυτές.

Εκδόθηκε η 1025/2015 απόφαση του Δ’ Πολιτικού Τμήματος που παρέπεμψε το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη των αναφερομένων στο σκεπτικό διατάξεων του Ν. 4092/2012 και τους αντίστοιχους από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερο και τρίτο κατά σειρά λόγους της αναίρεσης στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Mε την από 24/12/2015 κλήση των αναιρεσιβλήτων – καλούντων, η υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν κατά σειρά το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, οι οποίοι αναφέρονται και στις προτάσεις τους.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος κατέθεσαν έγγραφο με το οποίο ζήτησαν να αναβληθεί η έκδοση απόφασης, να παραπεμφθούν τα ανακύπτοντα ζητήματα ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μαζί με τον πληρεξούσιο του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντος την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων και των προσθέτων υπέρ αυτών παρεμβαινόντων την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την παραδοχή των προσθέτων παρεμβάσεων τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης.

Κατόπιν αυτών η Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξούσιους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.

Kατά την 16η Μαρτίου 2017, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο αυτό προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν παρόντες όλοι οι συμμετασχόντες στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008 και συνεπώς το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ’ αριθ. 1025/2015 απόφαση του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ.5 του Συντάγματος, 563 παρ.2 εδ.β’ του ΚΠολΔ και 23 παρ.2 εδ.γ’ και δ’ του Ν.1756/1988 οι από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος κατά σειρά λόγοι της από 7-1-2014 αίτησης του ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ» για αναίρεση της υπ’ αριθ.345/2013 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, εκδοθείσας κατά την διαδικασία για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του(681 Α ΚΠολΔ), αφού απερρίφθησαν οι πρώτος και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου, διότι το ανωτέρω Τμήμα του Αρείου Πάγου αρνείται κατά πλειοψηφία (τέσσερα προς ένα) να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 4 εδ.γ’ του Ν.4092/2012 ως αντισυνταγματικές, επιφυλασσόμενο να αποφασίσει για τον εναπομείναντα προς έρευνα τέταρτο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης. Η υπόθεση νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 24-12-2015 κλήση των αναιρεσιβλήτων.

Στην προκειμένη περίπτωση επί της από 5-1-2009 (αριθ.εκθ.καταθ…./2009) αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των Ν. Μ., Ε. Μ., οι οποίοι δεν είναι πλέον διάδικοι στην αναιρετική δίκη και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «… AAE», στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, ως εκ του νόμου διάδοχος αυτής (αρθ.25 παρ.4 Ν.489/1976), το ήδη αναιρεσείον, εξεδόθη η υπ’ αριθ.74/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η ανωτέρω αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα) των ήδη αναιρεσιβλήτων και επιδικάσθηκαν σ’ αυτές ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον θάνατο συγγενούς τους (συζύγου και αδελφού) ποσά 40.000 ευρώ για την πρώτη (σύζυγο του θανόντος), 25.000 ευρώ για την δεύτερη και 15.000 ευρώ για κάθε μία των λοιπών (αδελφές του θανόντος). Κατά της αποφάσεως αυτής του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκε η από 31-5-2010 (υπ’ αριθ. εκθ. καταθ. …/2010) έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ «Επικουρικό Κεφάλαιο» και η δια των προτάσεων αντέφεση των εναγουσών, επ’ αυτών δε εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ.345/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία αφού απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση, δέχθηκε την αντέφεση και επεδίκασε στις ενάγουσες για την προαναφερθείσα αιτία τα ποσά των 100.000 ευρώ για την πρώτη, 60.000 ευρώ για την δεύτερη και 40.000 ευρώ για κάθε μία από τις τρίτη και τέταρτη των εναγουσών-αντεκκαλουσών, αρνήθηκε δε το ανωτέρω δικαστήριο να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 4 εδ.γ’ του Ν.4092/2012 ως αντίθετες στο Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ.

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, παραπέμφθηκαν ενώπιον της παρούσης Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφαση του Δ’ Τμήματος αυτού προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στην από το Εφετείο εσφαλμένη, κατά το αναιρεσείον «Επικουρικό Κεφάλαιο», ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 εδάφ. γ’ του Ν.4092/2012, με το οποίο αντικαθίσταται η παράγραφος 2 του άρθρου 19 του ΠΔ/τος 237/1986 και με το οποίο τέταρτο άρθρο εισάγονται ποσοτικοί περιορισμοί α)ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης το οποίο οφείλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο υπεισέρχεται στη δικονομική θέση της ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία πτώχευσε ή της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, περιορισμός ο οποίος ισχύει και για τις γεγενημένες ήδη μέχρι του χρόνου ισχύος του ως άνω νόμου αξιώσεις, πλην αυτών για τις οποίες έχει ήδη εκδοθεί οριστική απόφαση (2ος λόγος) και β)ως προς το ποσοστό του οφειλόμενου τόκου, τόσο για το πιο πάνω ποσό, όσο και γενικότερα για την οφειλόμενη από αυτό (Επικουρικό Κεφάλαιο) αποζημίωση (3ος λόγος).

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην δικάσιμο της 16-1-2015 εμφανίσθηκαν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι α)Αθηνών και Πειραιώς, με το από 16-12-2014 κοινό δικόγραφό τους, β)Πατρών με το από 12-12-2014 δικόγραφο και γ)Θεσσαλονίκης, με το από 10.12.2014 δικόγραφο, οι οποίοι άσκησαν πρόσθετες υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβάσεις, με τις οποίες α) επικαλούμενοι την διάταξη του άρθρου 90 περ. ζ’ του Κώδικα Δικηγόρων και β) ισχυριζόμενοι ότι το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη και συνακόλουθα του εύρους της εφαρμογής των διατάξεων του. γ» εδαφίου του άρθρου τέταρτου του Ν. 4092/2012, με το οποίο αντικαθίσταται η παράγραφος 2 του άρθρου 19 του ΠΔ/τος 237/1986 και με το οποίο τέταρτο άρθρο εισάγονται ποσοτικοί περιορισμοί α) ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης το οποίο οφείλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο, που υπεισέρχεται στη δικονομική θέση της ασφαλιστικής εταιρίας η οποία πτώχευσε ή της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, και β) ως προς το ποσοστό του οφειλομένου τόκου, τόσο για το πιο πάνω ποσό όσο και γενικότερα για την οφειλόμενη υπ’ αυτού (Επικουρικού Κεφαλαίου) αποζημίωση, είναι ζητήματα γενικότερου κοινωνικού και οικονομικού ενδιαφέροντος που αφορούν την προστασία κάθε θύματος τροχαίου ατυχήματος, αλλά και των συγγενών αυτού, ζητούν την απόρριψη των δεύτερου και τρίτου κατά σειρά λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνισταμένη στην από το Εφετείο εσφαλμένη – κατά το αναιρεσείον «Επικουρικό Κεφάλαιο» – ερμηνεία και εφαρμογή των επίμαχων διατάξεων του ως άνω άρθρου 4, εδάφ. γ’ , του Ν. 4092/ 2012.

Επίσης, το μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σωματείο με την επωνυμία «Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος», με το από 2.1.2015 δικόγραφο, άσκησε πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου παρέμβαση, με την οποία επικαλούμενο α) ότι μέλη του (παρεμβαίνοντος σωματείου) είναι υποχρεωτικά όλες οι ασφαλιστικές εταιρίες που ασκούν εργασίες ασφάλισης αυτοκινήτων, οι οποίες και επιβαρύνονται δυνάμει του νόμου (άρθρα 18 § 1, 20 § 1 του Ν. 489/1976) με χρηματική εισφορά για την λειτουργία του αναιρεσείοντος και ότι η κατάφαση της συνταγματικότητας και εντεύθεν της εφαρμογής των προαναφερομένων επίμαχων διατάξεων του άρθρου τέταρτου, εδάφ.γ’ , του Ν. 4092/2012 εμφανίζεται ως απολύτως αναγκαία, όχι μόνο για τη σωστή λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου αλλά και για την ίδια την επιβίωση αυτού και β) ότι ως εκ τούτου η έκβαση της ανοιγείσας δίκης αφορά τα συμφέροντα του συνόλου των ασφαλιστικών εταιριών – μελών του που ασκούν εργασίες ασφάλισης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ζητεί την αποδοχή της αίτησης αναίρεσης. Οι ανωτέρω πρόσθετες παρεμβάσεις κρίθηκαν παραδεκτές και συνεκδικάσθηκαν με την αναίρεση. Ήδη δε όλοι οι προαναφερθέντες προσθέτως παρεμβάντεςπαρενέβησαν προσθέτως υπέρ των αυτών ως άνω διαδίκων παραδεκτά και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου.

Στο άρθρο 3 § 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24.4.1972 «περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής» προβλέπεται, ότι κάθε κράτος μέλος λαμβάνει… όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφος του να καλύπτεται από ασφάλιση». Η υποχρέωση αυτή καλύπτεται με την πρόβλεψη της υποχρεωτικής κάλυψης με ασφάλιση του κυρίου ή κατόχου του αυτοκινήτου της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης (άρθρ. 2 επ. Ν. 489/1976), καθώς και με την πρόβλεψη ποινικής και διοικητικής ευθύνης των προαναφερομένων κυρίου ή κατόχου σε περίπτωση κυκλοφορίας ανασφάλιστου αυτοκινήτου (άρθρ. 12 του ως άνω νόμου). Περαιτέρω, στο άρθρο 1 § 4 της 84/5/ΕΟΚ δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30.12.1983 «Για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων» ορίζεται ότι «κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1». Στα πλαίσια του ελληνικού δικαίου το ζήτημα τούτο είχε ήδη προβλεφθεί στα άρθρα 16 επ. του προαναφερόμενου Ν. 489/1976, που κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, με την ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Επικουρικό κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων» και συντετμημένα «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ», το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Ανάπτυξης, εδρεύει στην Αθήνα και διέπεται από τις διατάξεις του άνω νόμου.

Στη συνέχεια, μέλη του Επικουρικού Κεφαλαίου καθίστανται υποχρεωτικά οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, καθώς και τα Ν.Π.Δ.Δ. ή οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας των οποίων τα οχήματα εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης (άρθρ. 18 Ν. 489/1976), για την εκπλήρωση δε του σκοπού του επιβάλλεται εκ του νόμου εισφορά υπέρ αυτού, το ανώτατο όριο της οποίας καθορίζεται με την εκάστοτε απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, υπολογιζόμενη σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων (5% κατ’ ανώτατο όριο) του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα, η οποία βαρύνει κατά 70% τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και κατά 30% τους ασφαλισμένους (άρθρ. 20 § 1 Ν. 489/1976). Από την νομοθεσία λοιπόν που το διέπει, τον τρόπο λειτουργίας του και τους σκοπούς που εξυπηρετεί, προκύπτει ότι, παρά την ιδιωτικού δικαίου νομική μορφή του, το Επικουρικό Κεφάλαιο επιτελεί κοινωνικό έργο. Με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 §§ 1, 2, 5, 6 και 10 § 1 του ΠΔ/τος 237/1986 καθιερώθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση της από αυτοκινητικά ατυχήματα ευθύνης, η οποία καλύπτει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική αξίωση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, το δε ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις της η ΕΠ.Ε.ΙΑ για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 § 1 του ιδίου ως άνω ΠΔ/τος, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παρ.2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα και σε περίπτωση που αυτά προκαλούνται από ανασφάλιστο όχημα ή από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρία που πτώχευσε ή της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του από το Ν. 4092/2012, η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παρ. 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου ατυχήματος .

Περαιτέρω, με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4092/2012, ο οποίος, σύμφωνα με το έβδομο άρθρο αυτού, ισχύει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 220 τ. Α78.11.2012), εισήχθησαν περιορισμοί στις αποζημιώσεις που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του, καθώς επίσης και περιορισμοί στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα, με το στοιχείο γ’ του άνω άρθρου, αντικαταστάθηκε η παρ.2 του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/1986 και προβλέπεται πλέον, μεταξύ άλλων, α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε δικαιούχο και β) ότι η αποζημίωση, στην περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας, δεν καταβάλλεται ολόκληρη, αλλά με βάση τα ποσοστά που η διάταξη αυτή λεπτομερώς καθορίζει, κυμαινόμενα μεταξύ 70% έως 90%, μη δυνάμενη να υπερβεί κατ’ ανώτατο όριο το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Με την ίδια δε αυτή διάταξη ορίστηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω ρύθμιση «καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση» και ότι «οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως.» Πρέπει να σημειωθεί ότι με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ κατά την οποία «κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει ολοκληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1» καλύπτεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (Ολ. Α.Π. 9/1993, ΔΕΕ, C-277/12 της 24-10-2013 στην υπόθεση … κατά … AAS). Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ.1 της Κωδικοποιητικής Οδηγίας 2009/103/ΕΚ ορίζει επακριβώς ποια είναι τα ελάχιστα αυτά ποσά ασφαλιστικής κάλυψης τα οποία θα πρέπει να τηρούνται σε κάθε περίπτωση (ΔΕΚ C-348/98 Fereirathw 14-11-2000. Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, ενώ οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν κατά το Σύνταγμα στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Τέλος, με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, το οποίο κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, ορίσθηκε ότι «παν φυσικόν ή νομικόνπρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς διασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Υπό τα δεδομένα αυτά οι προεκτεθείσες διατάξεις του Ν.4092/2012 είναι ανίσχυρες για τους ακόλουθους λόγους. O καθορισμός του ποσού των 6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου για ψυχική οδύνη κάθε δικαιούχου προσκρούει ευθέως στην παρ.4 του άρθρου 1 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, κατά την οποία «κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημιές ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1», διάταξη η οποία καλύπτει και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τα προεκτεθέντα. Επίσης, τoεπιβληθέν ανώτατο όριο των 6.000 ευρώ είναι αντίθετο και προς την αρχή της strictosensu αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδάφ. δ’ του Συντάγματος), διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό με ηπιότερο τρόπο, είτε με το να προβλεφθεί μία έκτακτη επιδότηση του από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυγιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών. Εξ ετέρου, η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το προαναφερθέν άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των νόμων ισχύ. Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως» και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ. ΑΠ 6/2007, Ολ. ΑΠ 40/1998). Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4092/2012 με το να περιορίσει δραστικά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καταργεί ουσιαστικά την αστική αυτή απαίτηση των δικαιούχων, που γεννήθηκε με το θάνατο συγγενικού προσώπου σε τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας. Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου. Ακολούθως, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών ή προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ. Α.Π. 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004, 11/2008). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, «όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο … για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα». Το ΔΣΑΠΔ έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 2462/1997. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείριση τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες (Ολ. Α.Π. 12/2013, Ολ. Α.Π. 4/2012). Κατά συνέπεια, οι διατάξεις με τις οποίες ορίζεται το ποσοστό τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε 6% ετησίως, δηλαδή σε ποσοστό μικρότερο από εκείνο που υποχρεούνται να καταβάλλουν οι οφειλέτες αυτού και το οποίο ισχύει για όλους τους διαδίκους, έρχεται σε αντίθεση 1) με τα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού με αυτές αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτού ο άλλος διάδικος και 2)με την διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με την ανωτέρω ευνοϊκή υπέρ αυτού ρύθμιση επέρχεται βλάβη της περιουσίας του δανειστή το Επικουρικού Κεφαλαίου (στην προκειμένη περίπτωση των αναιρεσιβλήτων) χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, ενόψει του ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλλουν οι ιδιώτες, ενώ δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί απλώς υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του κράτους (Α.Π. 1025/2015). Τέλος, η ανωτέρω διάταξη έρχεται σε αντίθεση με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας, κατά τα προεκτεθέντα. Η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το καταβαλλόμενο ποσοστό 6% ως τόκος υπερημερίας, δηλαδή το 1/2 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό (Ολ. Α.Π. 3/2017, Ολ. ΑΠ 4/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δικάζοντας επί της από 31.5.2010 έφεσης (αριθμ. κατ. …/2010) του εκκαλούντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο» και της αντέφεσης που άσκησαν με τις προτάσεις τους οι εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες κατά της 74/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η από 5.1.2009 (με αριθμ. κατ. …/2009) αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία (τροχαίο ατύχημα) των αναιρεσιβλήτων και επιδίκασε σε αυτές χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο συγγενούς τους (συζύγου και αδελφού) ποσά 40.000 ευρώ για την πρώτη, 25.000 ευρώ για τη δεύτερη και 15.000 ευρώ για καθεμία των λοιπών, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση και δέχτηκε την αντέφεση, επιδικάζοντας, αντίστοιχα, 100.000, 60.000, 40.000 και 40.000 ευρώ για την ίδια αιτία. Αρνήθηκε δε να εφαρμόσει τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 4092/2012 «ως αντίθετες στο Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την ΕΣΔΑ» Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε το νόμο και πρέπει οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αντίθετοι δεύτερος και τρίτος κατά σειρά λόγοι της αναίρεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, επί του δια των προτάσεων της παρούσης συζητήσεως υποβληθέντος εκ μέρους του αναιρεσείοντος αιτήματος περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, ανακύπτει εν προκειμένω ζήτημα ερμηνείας του πρωτογενούς και του παραγώγου ενωσιακού δικαίου και συγκεκριμένα ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 1 παρ.4 της Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ σε σχέση με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν.4092/1912, κρίνεται ότι δεν υφίστανται εν προκειμένω οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος και συγκεκριμένα δεν υφίσταται αμφιβολία ως προς την ερμηνεία του ανωτέρω κανόνα του ενωσιακού δικαίου και αναγκαιότητα της απόφασης του ΔΕΕ και συνεπώς το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο. Τέλος, απορριπτέο είναι και το επίσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος υποβληθέν αίτημα περί παραπομπής προς εκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, διότι κρίνεται ότι δεν συντρέχουν, εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από την διάταξη του άρθρου 563 παρ.2 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 23 παρ.2 εδάφ.γ και δ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (Ν.1756/1995), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 του Ν.2331/1995.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης του ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ» κατά της υπ’ αριθ.345/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, που παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και αναπέμπει την υπόθεση στο Δ’ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθούν και οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης για τους οποίους το Τμήμα αυτό επιφυλάχθηκε με την παραπεμπτική απόφασή του.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Απριλίου 2017.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ