Ανίσχυρες οι διατάξεις που ορίζουν μικρότερο ποσοστό τόκου υπερημερίας για το Επικουρικό Κεφάλαιο

apofasi

Ανίσχυρες οι διατάξεις που ορίζουν μικρότερο ποσοστό τόκου υπερημερίας για το Επικουρικό Κεφάλαιο

Οι διατάξεις με τις οποίες ορίζεται το ποσοστό τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε 6% ετησίως, δηλαδή σε ποσοστό μικρότερο από εκείνο που υποχρεούνται να καταβάλλουν οι οφειλέτες αυτού και το οποίο ισχύει για όλους τους άλλους διαδίκους, έρχονται σε αντίθεση α) με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού με αυτές αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση, β) με την διάταξη του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι επέρχεται βλάβη της περιουσίας του δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου, δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρονκαι γ) με την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 του Συντάγματος.

Πλήρης απόφαση
ΟλΑΠ3/2017
Απόφαση 3 / 2017 (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 3/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομέλειας: Βασιλική Θάνου – Χριστοφίλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Ασπασία Καρέλλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Δήμητρα Μπουρνάκα, Γεώργιο Σακκά, Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Καλαματιανό – Εισηγητή, Γεώργιο Λέκκα, Ειρήνη Καλού, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα, Σοφία Καρυστηναίου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Μαρία Νικολακέα, ΑβροκόμηΘούα, Νικήτα Χριστόπουλο, Ιωάννη Φιοράκη, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Γεώργιο Μιχολιά, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αγγελική Τζαβάρα, Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Νικόλαο Τσάκο, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Τζανάκη, Μαρία Γκανιάτσου, Μαρία Παπασωτηρίου, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της σύνθεσης).

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (κωλυομένης της Εισαγγελέως Ξένης Δημητρίου – Βασιλοπούλου) και της Γραμματέως Aγγελικής Ανυφαντή για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας – καλούσας: Μ. Μ. του Β., κατοίκου …, ατομικά και ως καθολικής διαδόχου και μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Β. Μ. του Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χατζόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου – καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ» που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αργυρώ Γρατσία – Πλατή, Γεώργιο Μανουσάκη και Βασίλειο Κούρτη, που κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2002 αγωγή αποζημίωσης της ήδη αναιρεσείουσας και του ήδη αποβιώσαντος Β. Μ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 23829/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και η 243/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια ασκήθηκαν οι από 29/5/2006 δύο ανακοπές επί της από 16/5/2006 επιταγής προς πληρωμή του ήδη αναιρεσιβλήτου (με αρ. κατάθεσης …/2006 και …/2006), που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3317/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5038/2010 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 17/6/2012 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 630/2015 απόφαση του Α’ 1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον δεύτερο λόγο, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της από 17/06/2012 αίτησης για αναίρεση της 5038/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Mε την από 20/7/2015 κλήση της αναιρεσείουσας, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 30/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο ανωτέρω παραπεμφθείς στην Ολομέλεια δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης της Μ. Μ., να αναιρεθεί η 5038/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβαν το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, οι οποίοι αναφέρονται και στις προτάσεις τους και ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η απόφασή αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο στο οποίο δεν θα λάβουν μέρος οι δικαστές που δίκασαν προηγουμένως. Κατόπιν αυτών η Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξούσιους του αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.

Kατά την 16η Μαρτίου 2017, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο αυτό προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απόντες η Αντιπρόεδρος Δήμητρα Μπουρνάκα και ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος, οι οποίοι είχαν δηλώσει κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτών, πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ’ αριθ. 630/2015 ομόφωνη απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ. β’ του Κ.Πολ.Δ. και 23 παρ. 2 εδ. γ’ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος της από 17-6-2012 αίτησης της Μ. Μ. του Β. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5038/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αφού απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι του αναιρετηρίου, γιατί με το λόγο αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και συγκεκριμένα το ζήτημα εάν η ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 2 εδ. β’ του ν. 489/1976 (π.δ. 237/1986), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το όρθρο 3 παρ.3 του ν. 2837/2000, με την οποία καθιερώνεται για το ανακόπτον ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ επιτόκιο 6% για τους πάσης φύσεως τόκους που υποχρεούται να καταβάλει στους δανειστές του, είναι ή όχι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ 1, 2 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και την ήδη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ( άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας. Η υπόθεση νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την. από 20-7-2015 κλήση της αναιρεσείουσας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και από τα παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ελεγχόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τις από 29-5-2006 δύο ανακοπές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που στρέφονταν, η μία κατά της ήδη αναιρεσείουσας και η άλλη κατά του, ήδη θανόντος συζύγου της Β. Μ., του οποίου αυτή είναι καθολική διάδοχος, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, το εν λόγω ανακόπτον ζήτησε την ακύρωση των από 16-5-2006 επιταγών προς πληρωμή των καθ’ ών εναντίον του, που είχαν συνταχθεί κάτω από αντίγραφο εκ του πρώτου απογράφου εκτελεστού της 243/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επί των εν λόγω ανακοπών εκδόθηκε η 3317/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές και είχαν ακυρωθεί κατά ένα μέρος οι προαναφερθείσες επιταγές προς πληρωμή, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την …/8-4-2009 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και του, θανόντος την 6-6-2011, συζύγου της, η αναιρεσιβαλλόμενη 5038/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.

Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, που η ηττηθείσα εκκαλούσα-καθ’ ής άσκησε για τον εαυτό της και ως καθολική διάδοχος του συζύγου της, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, παραπέμφθηκε ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας, με την ως άνω απόφαση του ΑΙ Πολιτικού Τμήματος, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση και ειδικότερα για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 π.δ. 237/1986, την οποία δεν έπρεπε να εφαρμόσει, διότι έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ 1, 2 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το όρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και την ήδη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας.

Με το v. 489/1976, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 01-01-1978 (ήδη π.δ. 237/1986) καθιερώθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης, με σκοπό την πληρέστερη ικανοποίηση των ζημιωθέντων από ατύχημα. Η ύπαρξη φερέγγυου ασφαλιστή αποτελεί μια ισχυρή εγγύηση για την εξασφάλιση των θυμάτων από αυτοκινητικά ατυχήματα, με βάση τις διατάξεις του ν. 489/1976, η οποία όμως δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Ειδικότερα, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν είναι ασφαλισμένο, ο ευθυνόμενος κατά νόμο για το ατύχημα είναι άγνωστος, υπάρχει αποκλεισμός ευθύνης του ασφαλιστή γιατί το ατύχημα προκλήθηκε από πρόθεση του αντισυμβαλλομένου ή του ασφαλισμένου ή ο ασφαλιστής κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις μειώνονται οι πιθανότητες του ζημιωθέντος για αποζημίωση. Έτσι, προς αντιμετώπιση των περιπτώσεων αυτών, με το άρθρο 16 του ν. 489/1976 συνεστήθη νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων», που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορίου (άρθρο 16), σκοπός του οποίου είναι η καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης για αστική ευθύνη από αυτοκινητιστικά ατυχήματα στις αναφερόμενες στο άρθρο 19 περιπτώσεις (άρθρο 17), δηλαδή όταν αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος, το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο, ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση, το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο οδηγούμενο από πρόσωπο που προκάλεσε από πρόθεση το ατύχημα, ο ασφαλιστής πτώχευσε ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ένεκα παράβασης νόμου. Κατά το άρθρο 18 του νόμου αυτού «1. Μέλη του Επικουρικού Κεφαλαίου καθίστανται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν την ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν στην Ελλάδα την ασφάλιση με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχ. στ’ του παρόντος, οι αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισμοί που καλύπτουν τον αυτό κίνδυνο, καθώς και τα Ν.Π.Δ.Δ. ή οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας εφόσον τα αυτοκίνητά τους εξαιρεθούν της υποχρεωτικής ασφάλισης σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου.3 του νόμου αυτού.» Κατά δε το άρθρο 20 παρ. 3 του ίδιου νόμου «Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου εκδιδομένης κατά μήνα Δεκέμβριον εκάστου έτους και δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (ΤΑΕ και ΕΠΕ) καθορίζεται κατά λόγον της εισφοράς εκάστου μέλους, ο αριθμός των κατά το επόμενον έτος διατιθεμένων υπ’ αυτών εν τη συνελεύσει ψήφων.». Με το άρθρο 19 παρ. 2 εδ.β’ του ως άνω νόμου, που προστέθηκε με το όρθρο 10 παρ. 5 περ.θ’ του ν. 2741/1999 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2837/2000 ορίσθηκε ότι «Οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως». Η ίδια ρύθμιση επαναλήφθηκε με το άρθρο 4 παρ.3 εδ.στ’ παρ. 5 του νεότερου νόμου 4092/2012. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ. Α.Π. 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004, 11/2008). Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, ενώ, οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους». Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων. Στην, κατά τα ανωτέρω, προεκτεινόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά» (Ολ.Α.Π. 31/2007, Ολ.Α.Π. 40/1998). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, «όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο … για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα». Το ΔΣΑΠΔ έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 2462/1997. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες (Ολ. Α.Π. 12/2013, Ολ. Α.Π. 4/2012, αναφορικά με το Ν.Π.Ι.Δ. της Ε.Ρ.Τ., της οποίας αποκλειστικός μέτοχος ήταν το Δημόσιο και η οποία έχει ως έσοδα και έκτακτες επιχορηγήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό, Ολ. Α.Π. 5/2011, που αφορά στην Ο.Λ.Π. Α.Ε.). Κατά συνέπεια και οι διατάξεις με τις οποίες ορίζεται το ποσοστό τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε 6% ετησίως, δηλαδή σε ποσοστό μικρότερο από εκείνο που υποχρεούνται να καταβάλλουν οι οφειλέτες αυτού και το οποίο ισχύει για όλους τους άλλους διαδίκους, έρχεται σε αντίθεση α) με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού με αυτή αναγνωρίζεται υπέρ του Ε.Κ. ευνοϊκή μεταχείριση, ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτού ο άλλος διάδικος, β) με την διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι γίνεται προσβολή της περιουσίας του δανειστή του Ε.Κ. (στην προκειμένη περίπτωση της αναιρεσείουσας), χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου, δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον, και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλουν ιδιώτες, ενώ δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός, ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που επιτελεί μεν κοινωνικό έργο αλλά είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί απλώς υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του κράτους (Α.Π. 1025/2015) και γ) με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το καταβαλλόμενο ποσοστό 6% ως τόκος υπερημερίας, δηλαδή το 1/2 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό (Ολ. Α.Π. 4/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση το ανακόπτον («Επικουρικό Κεφάλαιο»), με τον δεύτερο λόγο της ένδικης κατά της Μ. Μ. ανακοπής του ισχυρίσθηκε ότι η καθ’ ής με την προρρηθείσα από 16-5- 2006 επιταγή προς πληρωμή παράνομα το επιτάσσει να της καταβάλει το ποσό των 11.277,03 ευρώ για τόκους κεφαλαίου για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής (17-9-2002) μέχρι την ημερομηνία σύνταξης της ανακοπτόμενης επιταγής προς πληρωμή (16-5-2006), αφού οι τόκοι που το ανακόπτον Ν.Π.Ι.Δ. οφείλει στην καθ’ ής για την αιτία αυτή δεν υπερβαίνουν το ποσό των 6.601,18 ευρώ, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2837/2000, καθιερώνεται για το ανακόπτον επιτόκιο 6% ετησίως, με βάση το οποίο έπρεπε να υπολογιστούν οι τόκοι από την καθ’ ής και όχι με επιτόκιο 12%, όπως αυτή τους υπολόγισε. Ομοίως, με τον αντίστοιχο λόγο της ένδικης κατά του Β. Μ. ανακοπής ισχυρίσθηκε και πάλι το ανακόπτον, ότι μη νόμιμα επιτάσσεται με την προρρηθείσα επιταγή προς πληρωμή από τον καθ’ ού να του καταβάλει το ποσό των 20.973 ευρώ για τόκους του επιδικασθέντος σ’ αυτόν κεφαλαίου των 42.595 ευρώ για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, καθώς και το ποσό των 8.427,05 ευρώ για τόκους των μηνιαίων επιδικασθεισών παροχών προς αυτόν, αφού, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, οι τόκοι που πράγματι οφείλει το ανακόπτον στον καθ’ ού δεν υπερβαίνουν για μεν το επιδικασθέν κεφάλαιο το ποσό των 9.385,09 ευρώ, για δε τις μηνιαίες περιοδικές παροχές που ανάγονται στο χρόνο πριν από την άσκηση της αγωγής το ποσό των 1.966,48 ευρώ και γι’ αυτές που ανάγονται στο χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής στο ποσό των 3.051,87 ευρώ και συνολικά για τις μηνιαίες περιοδικές παροχές οι οφειλόμενοι τόκοι δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.018,35 ευρώ. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή έκρινε νόμιμους τους λόγους αυτούς των ανακοπών, με την αιτιολογία ότι μη νόμιμα επιτάσσεται το ανακόπτον να πληρώσει στους καθ’ ών τα προαναφερόμενα ποσά για τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους με το ισχύον επιτόκιο του τόκου υπερημερίας που είναι 12%, ενώ σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 4,89/1976, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2837/2000, έπρεπε οι τόκοι που επιτάσσεται το ανακόπτον να πληρώσει στους καθ’ ών με τις άνω επιταγές προς πληρωμή να υπολογισθούν με επιτόκιο 6%. Ακολούθως δε δέχθηκε, ότι η ανακοπτομένη επιταγή της καθ’ ής Μ. Μ. είναι άκυρη για το πέραν των 6.601,38 ευρώ επιτασσόμενο ποσόν των τόκων υπερημερίας, αντίστοιχα δε και η ανακοπτόμενη επιταγή του καθ’ ού Β. Μ. είναι άκυρη όσον αφορά το επιτασσόμενο κονδύλιο των τόκων υπερημερίας του επιδικασθέντος κεφαλαίου για το πέραν των 9.385,09 ευρώ ποσό, όσον δε αφορά τις μηνιαίες περιοδικές παροχές για. το χρονικό διάστημα πριν από την άσκηση της αγωγής για το πέραν των 1.966,48 ευρώ ποσό και για το χρονικό διάστημα μετά την επίδοση της αγωγής για το πέραν των 3.051,87 ευρώ ποσό, συνολικά δε για τους τόκους των μηνιαίων περιοδικών παροχών η επιταγή του καθ’ ού είναι άκυρη για το πέραν των 5.018,35 ευρώ επιτασσόμενο ποσό, κρίνοντας περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός των καθ’ ών περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 3 παρ, 3 του ν. 2837/2000, με τον οποίο προβλέπεται για την επίδικη περίπτωση επιτόκιο 6% είναι απορριπτέος ως. νομικά αβάσιμος, όπως έκρινε και η εκκαλούμενη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια, και απορρίπτοντας κατόπιν αυτών, ως αβάσιμο τον σχετικό όγδοο λόγο της έφεσης των καθ’ ών, με τον οποίο επαναφέρθηκε ο περί αντισυνταγματικότητας της άνω διάταξης ισχυρισμός τους. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ήτοι εφαρμόζοντας την, μη εφαρμοστέα κατά τα ανωτέρω, ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 489/1976 (ήδη π.δ. 237/1986), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2837/2000, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559. Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον παραπεμφθέντα δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 5.038/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του Αρεοπαγίτη Πιπιλίγκα Νικολάου, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ παραπεμφθείς στην πλήρη Ολομέλεια δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η πλημμέλεια ότι εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.2 εδ. β του Ν. 489/1976 (Π.Δ/μα), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ.3 του Ν. 2837/2000, με την οποία ορίσθηκε για το αναιρεσίβλητο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ποσοστό επιτοκίου 6% για τους πάσης φύσεως τόκους που υποχρεούται να καταβάλει στους δανειστές του, αν και δεν έπρεπε να την εφαρμόσει, ως αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 2 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ για τη προστασία της περιουσίας, του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και προς την αρχή της αναλογικότητας που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι λαμβανομένου υπόψη του επικουρικού χαρακτήρα της παρέμβασης του «Επικουρικού Κεφαλαίου» με την έννοια ότι το τελευταίο αποτελεί οργανισμό που προεχόντως ιδρύθηκε από τον νόμο χάριν του ζημιωθέντος τρίτου στις προβλεπόμενες από τον νόμο περιπτώσεις, στις οποίες οι αξιώσεις του παθόντος δεν είναι αρκούντως εξασφαλισμένες στην ικανοποίηση τους κατά του υπόχρεου ή υπευθύνου για το τροχαίο ατύχημα και συνακόλουθα εξυπηρετούντος σκοπού γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, της φύσης αυτού ως μηχανισμού «διόρθωσης» της αγοράς, ο οποίος οφείλει ως εκ τούτου να περιορίζει την παρέμβαση του στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, ενώ η διεκδίκηση αποζημίωσης από αυτό δεν στερεί τον δικαιούχο από την δυνατότητα να στραφεί αυτοτελώς χωρίς όριο κατά του υπαιτίου ή οποιουδήποτε άλλου ευθυνόμενου, του ότι η αξίωση καταβολής τόκων δεν καταργείται ολοσχερώς, αλλά απλώς τίθεται ένα σταθερό όριο του ποσοστού αυτού και κατά συνέπεια δεν επέρχεται στέρηση, αλλά περιορισμός της αξίωσης καταβολής τόκων, του επιδιωκομένου με την πιο πάνω ρύθμιση σκοπού της διασφάλισης της βιωσιμότητας του «Επικουρικού Κεφαλαίου» και της ορθολογικής διαχείρισης των πόρων του με την κατά προτεραιότητα ικανοποίηση των αξιώσεων των ίδιων των θυμάτων, σε συνδυασμό με την πραγματική διαπίστωση ότι οι αξιώσεις αυτές είναι απρόβλεπτες, εξαρτώμενες από τον αριθμό των τροχαίων ατυχημάτων για τα οποία δεν υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη και τη σοβαρότητα αυτών, του μεγάλου αριθμού των κυκλοφορούντων ανασφάλιστων για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη οχημάτων ιδίως κατά την παρούσα περίοδο της οικονομικής κρίσης που ταλανίζει τη χώρα και των μεγάλων καθυστερήσεων που παρατηρούνται για τη τελεσίδικη εκδίκαση των σχετικών διαφορών, ο από το νόμο προβλεπόμενος περιορισμός του ύψους του επιτοκίου στο σταθερό ποσοστό του 6%, περιορισμός που επιτρέπει στο «Επικουρικό Κεφάλαιο» να προσδιορίσει στους προϋπολογισμούς του, έστω και κατά προσέγγιση, το ύψος των υποχρεώσεων αυτού για την καταβολή τόκων και συνακόλουθα να προβαίνει στην ορθολογική διαχείριση των πόρων του χωρίς να βαρύνεται υπερβολικά με υποχρεώσεις προς καταβολή τόκων και χωρίς να δημιουργούνται κίνδυνοι για την σε βάθος χρόνου βιωσιμότητα αυτού, συνιστούν επαρκείς λόγους γενικότερου κοινωνικού, αλλά και δημοσίου συμφέροντος, που καθιστούν την κατά άνω διαφοροποίηση συνταγματικώς ανεκτή, με συνέπεια να μην παραβιάζεται η από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε η διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού ο περιορισμός αυτός δεν επιφέρει στέρηση ή κατάργηση περιουσιακών δικαιωμάτων, αλλά προβλεπόμενο με διάταξη νόμου θεμιτό κατά τα ήδη προαναφερθέντα περιορισμό αυτών, ούτε η σχετική ρύθμιση να αντίκειται στην από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, εφόσον το μέτρο αυτό υπό τις προμνησθείσες περιστάσεις που επέβαλαν τη θέσπισή του, τυγχάνει πρόσφορο (κατάλληλο) για τη πραγμάτωση του προαναφερθέντος σκοπού, αναγκαίο αφού επάγεται ελάχιστο περιορισμό επί της παρεπομένης αξίωσης του δικαιούχου προς καταβολή τόκων και δεν θίγει την αξίωση αυτού κατά κεφάλαιο και αναλογικό, αφού τελεί σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι έχει δοθεί αντίθετη νομολογιακά λύση σε άλλους φορείς του δημοσίου τομέα, όπως η ΕΡΤ ή ο ΟΛΠ, λόγω του κατά τα άνω διαφορετικού αντικειμένου της δραστηριότητας του «Επικουρικού Κεφαλαίου» ως οργανισμού επικουρικής ασφάλισης για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τη πρόκληση τροχαίων ατυχημάτων, του οποίου το ύψος των οφειλών είναι απρόβλεπτο σε σχέση με τα εν λόγω νομικά πρόσωπα που έχουν συγκεκριμένες δραστηριότητες, ενώ η διαφοροποίηση αυτή δεν επηρεάζεται από το εάν πρόκειται για φορείς που ανήκουν ή όχι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Τέλος δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση των άρθρων 20 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, διότι η ρύθμιση αυτή που προσδιορίζει το ποσοστό του τόκου σε ορισμένο ύψος δεν αποκλείει τη πρόσβαση των θιγομένων από αυτήν στα Δικαστήρια. Από τη διάταξη του άρθρου 580§3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση .Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον έγινε δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, που δεν είχε απορριφθεί και παραπέμφθηκε, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης.

Συνεπώς, επιβάλλεται, αφού κρατηθεί η υπόθεση, να γίνει δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη υπ’ αρ. 3317/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εσφαλμένως είχε κάνει δεκτούς τους προδιαληφθέντες λόγους των ανακοπών και να απορριφθούν οι κρινόμενες ανακοπές. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (179,183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 5038/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση
Δέχεται κατ’ ουσίαν την υπ’ αρ. εκθ.καταθ. …/2009 έφεση.
Εξαφανίζει την υπ’ αρ. 3317/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει τις υπ’ αριθ. 98246/5967/2006 και 98271/5971/2006 ανακοπές.
Απορρίπτει τις ανακοπές.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Απριλίου 2017.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ